ἀναμφίλογος

ἀναμφίλογος
ἀν-αμφί-λογος, dass., adv., ohne Widerspruch, gern

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • αναμφίλογος — ἀναμφίλογος, ον (Α) [ἀμφίλογος] 1. αυτός, για τον οποίο δεν διίστανται οι γνώμες, αναντίρρητος, αναμφίβολος, σίγουρος 2. επίρρ. ἀναμφιλόγως α) χωρίς αμφιβολία, αναμφίβολα, αναμφισβήτητα β) χωρίς αντίρρηση, με προθυμία, ευχαρίστως …   Dictionary of Greek

  • ἀναμφίλογος — undisputed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφιλογώτατα — ἀναμφίλογος undisputed adverbial superl ἀναμφίλογος undisputed neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφιλογώτατον — ἀναμφίλογος undisputed masc acc superl sg ἀναμφίλογος undisputed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφιλόγως — ἀναμφίλογος undisputed adverbial ἀναμφίλογος undisputed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφίλογον — ἀναμφίλογος undisputed masc/fem acc sg ἀναμφίλογος undisputed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφιλογωτάτη — ἀναμφίλογος undisputed fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφιλόγοις — ἀναμφίλογος undisputed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφιλόγῳ — ἀναμφίλογος undisputed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφίλογα — ἀναμφίλογος undisputed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναμφίλογοι — ἀναμφίλογος undisputed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”